Υπάρχει σε κάθε παράσταση μια ιδιαίτερη στιγμή.  Είναι η στιγμή που ανοίγει η αυλαία.  Τότε που το κοινό περιμένει την πρώτη ατάκα, οι ηθοποιοί παίρνουν βαθειά ανάσα και κάνουν το αποφασιστικό βήμα προς το φως, ενώ πίσω από τα σκηνικά, στα παρασκήνια, κυριαρχεί μια απόκοσμη ησυχία για αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα.

Γιατί μετά, εκεί πίσω στις μαύρες κουίντες, πίσω από τα ψηλά τελάρα των σκηνικών μια δεύτερη παράσταση εκτυλίσσεται παράλληλα, αλλά σε διαφορετικό χρόνο.  Εκεί, ανάμεσα σε αθόρυβα βήματα, ανήσυχους ψιθύρους και βλέμματα γεμάτα ένταση, ο χρόνος αποκτά διαφορετική σημασία και η παράσταση “τρέχει” δέκα δευτερόλεπτα μπροστά.

Σκηνικά αντικείμενα μπαίνουν και βγαίνουν σχεδόν μαγικά, ηθοποιοί αλλάζουν ρούχα εν ριπή οφθαλμού, η επόμενη πράξη έχει ήδη συντελεστεί, αόρατα, στα παρασκήνια λίγα δευτερόλεπτα πριν φανεί πάνω στη σκηνή.  Ηθοποιοί, συντελεστές και τεχνικοί νιώθουν την καρδιά τους να σταματάει στιγμιαία σε κάθε λάθος ενώ  τα χείλη τους κουνιούνται χωρίς ήχο προφέροντας την επόμενη ατάκα, αόρατοι υποβολείς του θεατρικού κειμένου που ασυναίσθητα προσπαθούν να επικοινωνήσουν τηλεπαθητικά με τους ηθοποιούς πάνω στη σκηνή.  Με πνιχτά γέλια, ενθουσιώδεις ψιθύρους, αστραφτερά αλλά και παγωμένα βλέμματα, οι συντελεστές της παράστασης επικοινωνούν με τα μάτια, γνωρίζουν τόσο καλά το έργο που δεν χρειάζεται να μιλάνε για να κάνουν την επόμενη κίνηση.  Κινούνται σε μια άρτια χορογραφία, πολλές φορές στο απόλυτο σκοτάδι.  Μετράνε βήματα, ανάσες, χρόνους, ήχους σε μια διαδικασία σχεδόν μυστικιστική.

Η παράσταση που εκτυλίσσεται στο παράλληλο σύμπαν των παρασκηνίων, έχει τελειώσει πολύ πριν το τελευταίο χειροκρότημα και η μόνη ανάμνηση από αυτή είναι η λάμψη που αφήνει στο βλέμμα των συντελεστών της.